Ξεχώριζε για την αγάπη του προς την πατρίδα…

Ο συνταγματάρχης εν αποστρατεία Γεώργιος Βέργας γεννήθηκε στην Χλώρακα στις 8/11/1938. Ήταν το τρίτο από τα 4 παιδιά του Σάββα και της Ελένης. Γεννήθηκε σε μέρες δύσκολες, στοιχείο που έμελλε να επηρεάσει και τη δική του ζωή στη συνέχεια. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Xλώρακα μέσα από συνθήκες φτώχειας, καθώς και της αποικιοκρατίας. Από μικρός ο Γιώργος πήρε τη ζωή στα χέρια του βοηθώντας την οικογένεια του να αντεπεξέλθει στις δύσκολες συνθήκες της εποχής.

Το κύριο όμως χαρακτηριστικό που ξεχώρισε στο νεαρό Γιώργο ήταν η αγάπη του για την πατρίδα. Όταν ήρθε η μεγάλη ώρα της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, ο 17 χρόνος τότε Γεώργιος Βέργας δεν είχε διλήμματα. Ακολουθώντας τους άλλους τιμημένους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, μπήκε στην οργάνωση αψηφώντας τους κινδύνους, για τη ζωή του και μετείχε στις ομάδες ανταρτών της Χλώρακας. Τον όρκισε στην οργάνωση ο Χαράλαμπος Ανδρέου. Το όνομα του αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Γεωργίου Γρίβα Διγενή. Είχε σύνδεση με τις ομάδες της Κισσόνεργας και της Τάλας. Μετείχε σε πολλές ενέδρες κατά των Άγγλων. Εκεί γνώρισε και συνεργάστηκε με τους αθάνατους Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Κκέλη και Μιλτιάδη.


Μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, εντάχθηκε στον Κυπριακό Στρατό. Συμμετείχε στην οργάνωση του νεοσύστατου Κυπριακού Στρατού, που συμμετείχαν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι.

Έτυχε εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης σε στρατιωτικές σχολές σε Κύπρο και Ελλάδα και γρήγορα ξεχώρισε για τις ικανότητες και τις στρατιωτικές του γνώσεις και αρετές. Σύντομα οι ανώτεροι του ξεχώρισαν τον Βέργα για τις ηγετικές του ικανότητες, το θάρρος και την τόλμη του και του ανέθεσαν τις πρώτες δύσκολες αποστολές κατά τη διάρκεια της τουρκικής ανταρσίας στις μάχες της Πάφου το 1963-64.

Ο Μάρτιος του 1964 έμελλε να αποτελέσει μια πολύ σημαντική περίοδο στη ζωή του νεαρού αξιωματικού αφού έμελλε να λάμψει το άστρο του και να προκαλέσει εντύπωση για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Μέσα στην μπαρουτοκαπνισμένη ατμόσφαιρα των διακοινοτικών ταραχών του 1963-64 όπου μαίνονταν συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, η περιοχή του Μουτάλλου φάνταζε απόρθητο φρούριο. Την περίοδο εκείνη του Μαρτίου του 64 οι Τούρκοι είχαν συλλάβει ένα Σάββατο πρωί περί των 400 άμαχων Ελληνοκυπρίους.

Ο τότε στρατιωτικός διοικητής Πάφου Γεώργιος Αζίνας κάλεσε τον νεαρό αξιωματικό Γεώργιο Βέργα και του ανάθεσε την αποστολή κατάληψης του οχυρού Μαυραλή που γειτνιάζει με τη συνοικία Μουτάλλου. Υπό την ευθύνη του ανάθεσε την συγκρότηση λόχου, την αναγνώριση επί του εδάφους, την εκπαίδευση των πολιτών μαχητών και την κατάληψη του οχυρού.

Χωρίς να χάσει λεπτό ο Βέργας συγκρότησε ένα λόχο με 67 εθελοντές από τις κοινότητες Χλώρακα, Εμπα, Κισσόνεργα και Πέγεια και τους εκπαίδευσε. Οπλισμός του λόχου αποτελείτο από οπλοπολυβόλα Μπρέν, Τομσον, επιθετικές χειροβομβίδες και ένα Μπαζούκας. Όλα ήταν έτοιμα. Στις 9 Μάρτιου 1964 δόθηκε η διαταγή για την επίθεση. Το βράδυ της προηγούμενης μέρας ο ιερέας της Χλώρακας ευλόγησε τα όπλα πλησίον της παλαιάς εκκλησίας της Χλώρακας. Στις 5.00 το πρωί της 9ης Μαρτίου ξεκίνησε η επίθεση. Η μάχη κράτησε πέραν των τριών ωρών. Το δύσκολο σημείο ήταν να πέσει το πολυβολείο που είχαν στήσει οι Τούρκοι και έλεγχαν την περιοχή προς το δρόμο Πάφου Χλώρακας.

Το πολυβολείο έπεσε και από εκεί άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη του οχειρού. Οι οδομαχίες στα δρομάκια και στις οικίες διαδέχονταν η μια την άλλη μέχρι που κατελήφθη η περιοχή μέχρι και την Βίκλα. Οι Ελληνοκύπριοι μαχητές μετρούσαν μόνο κάποιους ελαφριούς τραυματισμούς ενώ οι Τούρκοι μετρούσαν ανθρώπινες ζωές.
Στο διοικητήριο που έστησε ο Βέργας στου Μαυραλλή, επισκέφθηκε την επόμενη ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής, στρατιωτικός διοικητής της ΑΣΔΑΚ για να τον συγχαρεί. Το ίδιο έπραξε και ο Μακάριος που επισκέφθηκε την περιοχή λίγες μέρες αργότερα.

Η διαταγή που πήρε από τον Πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη ήταν να μην προχωρήσουν πιο πέρα και να μην επιτεθούν στο Μούταλλο. Ο Βέργας παρέμεινε στη περιοχή περί τις 20 μέρες και μετά πήρε άλλη αποστολή.

Στις 23 Αύγουστου του 1964 στην εκκλησία του Αγίου Κενδέα ο Γεώργιος Βέργας παντρεύεται την εκλεκτή της καρδιάς του Αναστασία Λιασίδου και το 1965 γεννήθηκε ο πρωτότοκος Υιός του Σάββας και 4 χρόνια αργότερα ο Χαράλαμπος.

Όταν η Ελλάδα μπήκε στο γύψο το 1967 από τους στρατιωτικούς των Αθηνών και όταν η διάβρωση της Εθνικής Φρουράς είχε αρχίσει και όταν τα πρώτα συνθήματα εμπορευόμενοι εκ των Αθηνών έπεσαν μέσα στα στρατόπεδα εναντίον του Μακαρίου και όταν οι Ελληνοκύπριοι στρατιωτικοί χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα, ο Βέργας δεν είχε διλήμματα. Παρόλο που ως νεαρός καριερίστας αξιωματικός θα έπρεπε να υπακούσει προς τις υποδείξεις των Ελλαδιτών ανώτερων αξιωματικών, ξεκαθάρισε από νωρίς τις προθέσεις του. Αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους χουντικούς αξιωματικούς και τάχθηκε στο πλευρό των δημοκρατικών αξιωματικών, συνεργαζόμενος με την Ένωση αγωνιστών και τις Μακαριακές δυνάμεις.

Και δεν ήταν λίγες οι φορές που συγκρούστηκε με την ιεραρχία στο στράτευμα και αρνήθηκε διαταγές που στρέφονταν ενάντια στη δημοκρατία θέτοντας τον εαυτό του υπό δυσμένεια.

Στην γνωστή υπόθεση κλοπής των όπλων της Εθνικής Φρουράς λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα, ο Βέργας συνεργάστηκε μαζί με το εφεδρικό σώμα στις έρευνες για εντοπισμό και επιστροφή των κλοπιμαίων όπλων.

Την αποφράδα μέρα της 15ης Ιουλίου 1974, εκείνο το μαύρο πρωινό ο Βέργας βρισκόταν στην πέμπτη ανώτερα διενεργώντας την καταγραφή του κλαπέντος οπλισμού. Μόλις πληροφορήθηκε τη διενέργεια του πραξικοπήματος αμέσως επικοινώνησε με τον Μίκη Τεμπριώτη και ανέλαβε δράση ενώνοντας δυνάμεις με την ένωση αγωνιστών. Όσοι τον έζησαν από κοντά εκείνη την μέρα θα το θυμούνται με το πιστόλι στο χέρι, όρθιος πάνω στο λάντροβερ μπροστά από το στρατόπεδο 356, σημερινό δικαστικό Μέγαρο Πάφου να ηγείται της αποστολής της φάλαγγας με σκοπό της κατάληψη του ΚΕΝ Γεροσκήπου.

Η συμβολή του Βέργα στην αναίμακτη κατάληψη του ΚΕΝ υπήρξε σημαντική.

Ο Βέργας συμμετείχε ενεργά στην άμυνα της πόλης τοποθετώντας εκρηκτικά σε δρόμους και γεφύρια προκειμένου να παρεμποδίσουν την είσοδο των τανκς στη Πάφο.
Όταν πια αποφασίστηκε η παράδοση της Πάφου στους πραξικοπηματίες προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία αφού ο Μακάριος είχε φυγαδευθεί στο εξωτερικό , ο Βεργας δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Κάλεσε τον μητροπολίτη Πάφου εάν ήθελε να τον ακολουθήσει στο βουνό και τον μετέφερε στον Στατό όπου και τον άφησε εκεί για να κρυφτεί ο ίδιος και δυο άλλοι συναγωνιστές του στα βουνά στη περιοχή Μονή. Όπως ο ίδιος αφηγήθηκε χρόνια μετά, ο αδελφός του μητροπολίτη, Λευτέρης Αριστοδήμου κάθε απόγευμα άφηνε τρόφιμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου και λάμβαναν τροφή. Αναγκάστηκε να κατέβει από το βουνό και να παραδοθεί όταν πληροφορήθηκε ότι οι πραξικοπηματίες του έθεσαν το δίλημμα, τη ζωή του ή τη ζωή της οικογένειας του και του σύγαμπρου του Νίκου Νικολαίδη.

Είχε τεθεί υπό κράτηση στο κτηνιατρείο μέχρι την ημέρα της εισβολής.

Η τουρκική εισβολή βρήκε τον Βέργα να αναλαμβάνει αποστολή κατάληψης των τουρκοκυπριακών χωριών Μανδιων και της Σταυρόκοννου. Παρά τη σθεναρή αντίσταση των Τούρκων στα Μανδριά , ο γενναίος αξιωματικός μαζί με τους άνδρες του λόχου του, μπήκε μέσα στο χωριό και το κατέλαβε. Και αμέσως μετά , συγκροτήθηκε το τάγμα της Πάφου, το τάγμα θανάτου το οποίο είχε σαν αποστολή να πάει στη πρώτη γραμμή του μετώπου.

Κατά γενική ομολογία ο Βέργας έδειξε την ανδρεία , την γενναιότητα και απαράμιλλο ηρωισμό στις μάχες που ακολούθησαν στις περιοχές Νήσου, Κεράμεια , Μόρφου, Βασιλεία κλπ.

Μετά την Εισβολή όταν επικράτησε η λεγόμενη εκεχειρία και κατάπαυση του πυρός ο Βέργας υπηρέτησε για ένα χρόνο στην πράσινη γραμμή στις περιοχές Αγίου Δομετίου και ραουνταπαουτ Κολοκασίδη.

Γύρω στα 1977 ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Ιωάννης Κομνηνός καλεί τον Βέργα στο γραφείο του και του αναθέτει μυστική αποστολή. Να πας Γιώργη στο Πειραιά με το τάδε επιβατικό πλοίο, το όνομα σου θα είναι αυτό και θα πας να συναντήσεις τον τάδε αξιωματικό που θα σου εξηγήσει την συνέχεια. Λίγες μέρες αργότερα ο Βέργας μεταφέρει με φορτηγό πλοίο κρυφά τον Γιουγκοσλαβικο οπλισμό zastava 7.62. Η αποστολή παρά τις περιπέτειες και τις δυσκολίες που συνάντησε ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Ο Βέργας υπηρέτησε την πατρίδα και το στράτευμα από την 1η μέρα της δημιουργίας του κυπριακού στρατού και της εθνικής φρουράς για πάνω από 40χρονια, υπηρέτησε σε διάφορα μέτωπα, από το Λιοπέτρι, τον Άγιο Δομέτιο, τη Λεμεσό έως την πόλη Χρυσοχούς. Έφυγε από το στράτευμα με το βαθμό του συνταγματάρχη, έτυχε μετεκπαίδευσης στην Ελλάδα σε διάφορες στρατιωτικές σχολές. Έλαβε μέρος στον εθνικοαπελευρωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, στις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64, υπηρέτησε την δημοκρατία και αντιστάθηκε στο πραξικόπημα, υπερασπίστηκε την ελευθερία της πατρίδας του από την 1η γραμμή του πολεμικού πεδίου ενάντια στην τουρκική εισβολή. Η ζωή του ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με τον θάνατο και δεν φοβήθηκε ποτέ, ο ηρωισμός, ο δυναμισμός που εξέπεμψε ο χαρακτήρας του να μην φοβάται μπροστά στους κινδύνους , η γενναιότητα που επέδειξε και η αγάπη του για την πατρίδα του τον κατατάσσουν στους ξεχωριστούς ηρωικούς αγωνιστές της πατρίδος του. Ήρωας δεν είναι μόνο αυτός που πεθαίνει στο πόλεμο. Ήρωας είναι επίσης αυτός που γράφει σελίδες δόξης υπερασπιζόμενος την πατρίδα του και τη δημοκρατίας. Ο Βέργας υπερασπίστηκε τα τείχη της δημοκρατίας και την ελευθερίας όσο ελάχιστοι.

Φεύγει τιμημένος εγκαταλείποντας σύζυγο ,τα δυο του παιδιά και πέντε εγγόνια .