Συνταξιούχοι αγρότες/αγρότισσες της Κυπριακής υπαίθρου και Συνεργατισμός

Οι άνθρωποι που στάθηκαν στα χωριά τους και δούλεψαν σκληρά και με αξιοπρέπεια σκάβοντας τη γη για να δώσουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους.

Οι άνθρωποι που πότισαν με τον ιδρώτα τους την την άγονη γη και της έδωσαν ζωή τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τα μαύρα γεγονότα του 1974.


Κάθε μήνα, ως αυτοεργοδοτούμενοι, πλήρωναν την “κάρτα” τους (Κοινωνικές Ασφαλίσεις) ώστε στα γεράματα, όταν πια κατάκοποι από το διάβα του χρόνου και από τις κακουχίες, ανήμποροι πλέον να μυρίσουν το φρεσκοσκαμμένο χώμα στα χωράφια τους, να έχουν ένα εισόδημα που να τους επιτρέπει με αξιοπρέπεια να ζήσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

Ήταν σίγουροι ότι, όταν ερχόταν η ώρα, θα πήγαιναν όποια μέρα ήθελαν στη Συνεργατική του χωριού τους και θα έπαιρναν τα λεφτά της μηνιαίας τους σύνταξης.

Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι στο μέλλον δεν θα υπήρχε Συνεργατική και για να εισπράξουν την σύνταξή τους θα ήταν υποχρεωμένοι να μεταβούν στην πόλη και σε συγκεκριμένα υποκαταστήματα της άγνωστης για αυτούς Ελληνικής Τράπεζας.

Το να πας στην τράπεζα, για τους περισσότερους από εμάς ακούγεται εύκολο. Δεν είναι όμως εύκολο για αυτούς τους ανθρώπους. Θα πρέπει να ζητήσουν από κάποιο, σε εργάσιμη μέρα και ώρα να τους μεταφέρει, να τους συνοδεύσει και γενικά να τους βοηθήσει ώστε να καταφέρουν να γυρίσουν σπίτι τους με τα λεφτά της σύνταξής τους στο χέρι. Και μετά, να ζουν με τον φόβο μήπως κάποιος μπει στο σπίτι για να τους κλέψει, ξέροντας ότι έχουν μετρητά.

Και εδώ είναι που χάνεται η αξιοπρέπεια. Αυτή που τους χαρακτήριζε μια ζωή, αυτή που διαφύλαξαν με τόσο μόχθο, καταφέραμε να τους τη στερήσουμε τώρα, στη δύση της ζωής τους.

Αυτό είναι το ευχαριστώ της Κυπριακής Πολιτείας.

Αν συζητήσεις μαζί τους θα ακούσεις διάφορα: “θα φέρνουν τα λεφτά με ειδικό λεωφορείο“, “θα ανοίξει ξανά η Συνεργατική ΜΑΣ“, “καρτερούν να πεθάνουμεν ούλλοι δαπάνω να ησυχάσουν πουλλόου μας“, “πώς θα πληρώνουμε τους λοαρκασμούς μας;“, “μα να υποχρεώνω κάθε λλίον τα κοπολλούθκια μου να με παίρνουν στην πόλη;”  και πολλά άλλα, εκφραζόμενα με  αφοπλιστική αθωότητα, με αγωνία, με στεναχώρια, με απογοήτευση και σε κάποιες περιπτώσεις με εκνευρισμό: “γιατί έκλεισεν η Συνεργατική ΜΑΣ; ποιος φταίει;

Αλήθεια, γιατί; Θα πληρώσει αυτός που φταίει; Και ποιος θα απαντήσει σε αυτούς τους ανθρώπους που αδιαμφισβήτητα είναι οι τελευταίοι που φταίνε;